βάσκανον

βάσκανος
one who bewitches
masc/fem acc sg
βάσκανος
one who bewitches
neut nom/voc/acc sg
βάσκᾱνον , βασκαίνω
bewitch
aor imperat act 2nd sg (epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • FASCINUS — Deus apud veteres. Huius idolum sub curru, eo loco, cui Imp. triumphans insidebat, suspensum fuisse, indicat Plin. l. 28. c. 4. Fascinus Imperatorum quoque, non solum infantium custos, qui Deus inter sacra Romana a vestalibus colitur et currus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • φιλαίτιος — ον, Α 1. αυτός που τού αρέσει να κατηγορεί, φιλοκατήγορος («πονηρὸν ὁ συκοφάντης καὶ... βάσκανον καὶ φιλαίτιον», Δημοσθ.) 2. αυτός που υπόκειται σε κατηγορία, κατηγορούμενος 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ φιλαίτιον το να αρέσκεται κανείς στο να κατηγορεί …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.